ΛΟΓΟΥ - Thera-Be | Κωνσταντίνος Βασιλείου
661
page-template-default,page,page-id-661,cookies-not-set,ajax_fade,page_not_loaded,,qode_grid_1300,footer_responsive_adv,qode-child-theme-ver-1.0.0,qode-theme-ver-12.0.1,qode-theme-bridge,wpb-js-composer js-comp-ver-5.4.2,vc_responsive
 

ΛΟΓΟΥ

Διαταραχές Λόγου

Καθυστέρηση Λόγου

Καθυστερημένες γλωσσικές δεξιότητες σε παιδιά πρώιμης ηλικίας. Ενώ το παιδί μεγαλώνει, η γλωσσική του εξέλιξη δεν συμβαδίζει με την βιολογική του ωρίμανση από άγνωστα αίτια ή ως αποτέλεσμα γνωστής αιτιολογίας όπως τα προβλήματα ακοής ή η αναπτυξιακή καθυστέρηση (διάχυτη ή μη).

Η Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή παρουσιάζεται σε τέσσερις διακριτούς τύπου ανάλογα την ύπαρξη ή όχι ελλείμματος στην κατανόηση, στην έκφραση και στην χρήση στης γλώσσας ή την παρουσία κάποιου άλλου γλωσσικού ελλείμματος. Τα ελλείμματα κάνουν την εμφάνιση τους συνήθως κατά την πρώιμη παιδική ηλικία και προκαλούν σημαντικούς περιορισμούς στην ικανότητα του ατόμου να επικοινωνεί. Η κατανόηση, η παραγωγή ή η χρήση της γλώσσας από το άτομο είναι χαμηλότερη από την αναμενόμενη δεδομένης της ηλικίας και του νοητικού επιπέδου του και τα γλωσσικά ελλείμματα δεν μπορούν να εξηγηθούν από άλλη αναπτυξιακή διαταραχή, από αισθητηριακή βλάβη ή από κάποια νευρολογική κατάσταση.

 

Οι τύποι αναπτυξιακής γλωσσικής διαταραχής είναι οι ακόλουθοι:

 

Α. Η αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή με ελλείμματα στην γλωσσική κατανόηση και έκφραση χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στην κατάκτηση, στην κατανόηση, στην παραγωγή και στην χρήση της γλώσσας. Συνεπώς πλήττεται τόσο η κατανόηση (γλωσσική αντίληψη) όσο και η ικανότητας παραγωγής και χρήσης προφορικής ή/και γραπτής γλώσσας (γλωσσική έκφραση).

 

 

Β. Η αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή με ελλείμματα κυρίως στην γλωσσική έκφραση χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στην απόκτηση, στην παραγωγή και στη χρήση προφορικής και γραπτής γλώσσας. Πλήττεται κυρίως η εκφραστική γλώσσα ενώ η ικανότητα κατανόησης της προφορικής ή γραπτής γλώσσας (γλωσσική αντίληψη) είναι σχετικά ανέπαφη.

 

Γ. Η αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή με ελλείμματα κυρίως στην πραγματολογία εκδηλώνεται με έντονες δυσκολίες στην κατανόηση και στη χρήση της γλώσσας σε κοινωνικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, οι δυσκολίες μπορούν να αφορούν την εξαγωγή συμπεράσματος και την κατανόηση χιούμορ και διφορούμενων νοημάτων. Αντίθετα, η γλωσσική αντίληψη και έκφραση είναι σχετικά ανέπαφες. Η διάγνωση αυτής της διαταραχής δεν μπορεί ωστόσο να αποδοθεί αν το πραγματολογικό έλλειμμα μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα από τις Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος ή από δυσκολίες σε άλλους τομείς της δεκτικής ή εκφραστικής γλώσσας.

 

Δ. Η αναπτυξιακή γλωσσική διαταραχή με άλλα γλωσσικά ελλείμματα χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στην κατάκτηση, στην κατανόηση, στην παραγωγή ή στην χρήση της γλώσσας (προφορική και γραπτή) και το μοτίβο των ελλειμμάτων στις γλωσσικές ικανότητες δεν περιγράφεται επαρκώς από καμία από τις άλλες κατηγορίες αναπτυξιακής γλωσσικής διαταραχής.

 

 

 

Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή
Σύνδρομα

Σύνδρομο Down: Χρωμοσωματική ανωμαλία με ένα επιπλέον αντίγραφο του χρωμοσώματος 21 (τρισωμία 21). Παρατηρείται σε όλο τον κόσμο, ανεξαρτήτου φυλής. Έχει εμφάνιση 1:800 γεννήσεις και το ένα τρίτο των παιδιών αυτών γεννιούνται από μητέρες προχωρημένης ηλικίας. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν σημαντική καθυστέρηση σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης. Στα πρώτα 1-2 χρόνια έχουν ταχύτερη διανοητική εξέλιξη, όμως το τελικό διανοητικό πηλίκο αυτών των παιδιών κυμαίνεται από 25-55 (παρουσιάζουν διανοητική καθυστέρηση). Αν δεν εμφανίζουν προβλήματα όρασης και ακοής, το πηλίκο τους μπορεί να είναι υψηλότερο. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα κατά τη βρεφική ηλικία αποτελούν το ιδιαίτερο προσωπείο (επίπεδο πρόσωπο, βλέφαρα με κλίση προς τα επάνω), ο χαμηλός μυϊκόςτόνος και οι χαλαρές αρθρώσεις, το μικρό κεφάλι, τα μικρά αφτιά, η μεγάλη απόσταση μεταξύ πρώτου και δεύτερου δακτύλου, η εξώθηση της γλώσσας, ο κοντός λαιμός και χέρια. Τα δάχτυλα του παιδιού είναι σχετικά κοντά και τα χέρια εμφανίζουν μονήρη πτυχή στις παλάμες. Τα βρέφη που γεννιούνται με σύνδρομο Down μπορεί να είναι μετρίου μεγέθους, αλλά αναπτύσσονται αργά και παραμένουν μικρά. Έχουν αναπτυξιακή καθυστέρηση που ποικίλλει από ήπια έως σοβαρή. Μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν συγγενείς καρδιοπάθειες (με κυριότερη το μεσοκοιλιακό έλλειμμα) και γαστρεντερικά προβλήματα. Τα μωρά με σύνδρομο Down διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο προβλημάτων όπως αναπνευστικές λοιμώξεις, διαταραχές της όρασης, υποθυρεοειδισμό και λευχαιμία. Οι διαταραχές στην ψυχοκοινωνική εξέλιξη περιλαμβάνουν γνωστικά ελλείμματα, ελλείμματα λόγου, επικοινωνίας, ομιλίας, μάσησης, σίτισης, λεπτής και αδρής κινητικότητας δραστηριοτήτων καθημερινής ζωής αλλά και αισθητηριακής επεξεργασίας.Η κινητική και η λεκτική υστέρηση γίνονται εμφανή σε πρώιμη ηλικία. Επίσης, καταγράφεται αυξημένη συχνότητα εμφάνισης αυτισμού, όπως και πρώιμης νόσου Αλτσχάιμερ (από 35 ετών).

 

Σύνδρομο Rett: Σοβαρή και προοδευτική νευροαναπτυξιακή διαταραχή που εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μικρά κορίτσια. Εμφανίζεται περίπου 1 φορά στις 12.000 γεννήσεις. Μετά από τους 5 πρώτους μήνες ζωής εμφανίζονται: επιβράδυνση της αύξησης του μεγέθους της κεφαλής, απώλεια προγενέστερων επίκτητων δεξιοτήτων των χεριών, συνοδή ανάπτυξη στερεοτυπικών κινήσεων(σπασμωδικές κινήσεις άκρων), απώλεια κοινωνικών σχέσεων, κακός συντονισμός κίνησης κορμού και βάδισης, έκπτωση της ανάπτυξης της γλωσσικής αντίληψης και έκφρασης, ψυχοκινητική καθυστέρηση, ασυνήθιστος τρόπος αναπνοής, μειωμένη ανάπτυξη ύψους και βάρους, διαταραχές μάσησης και κατάποσης, περπάτημα στις μύτες, διαταραχές ύπνουκαι διαταραχές λεπτής κινητικότητας.

 

Σύνδρομο Heller: νευροαναπτυξιακή διαταραχή μεευρύ φάσμα προβλημάτων συμπεριφοράς, που ίσως να σχετίζονται με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού. Τα άτομα με σύνδρομο Heller εμφανίζουν κλινικά σημαντικές απώλειες στην γλώσσα, στις κοινωνικές δεξιότητες, στην προσαρμοστική συμπεριφορά και στις κινητικές δεξιότητες. Ένα παιδί με αποδιοργανωτική διαταραχή της παιδικής ηλικίας, έχει περισσότερες πιθανότητες από τα παιδιά που είναι στο φάσμα του αυτισμού να δείξει στερεότυπες συμπεριφορές.

 

Σύνδρομο Tourette: Το Σύνδρομο Tourette (Τουρέτ) ή αλλιώς Σύνδρομο Gilles de la Tourette είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολλαπλών κινητικών και φωνητικών τικ. Τα τικ είναι ξαφνικές, ταχείες, επαναλαμβανόμενες, άσκοπες, άρρυθμες, στερεοτυπικές συσπάσεις κινητικών ή φωνητικών μυών. Υπάρχουν δυο είδη τικ: Κινητικά(π.χ. ανοιγοκλείσιμο ματιών, τίναγμα κεφαλιού, ανασήκωμα του ώμου, μορφασμοί προσώπου, πηδήματα, άγγιγμα άλλων προσώπων ή πραγμάτων, στριφογύρισμα γύρω από τον εαυτό και αυτοτραυματικές πράξεις) και Φωνητικά: (π.χ. καθάρισμα λαιμού, ρούφηγμα της μύτης, κραυγές, πλατάγισμα της γλώσσας, άσχετες λέξεις ή φράσεις, κοπρολαλία -κοινωνικά απαράδεκτες λέξεις, ηχολαλία -επανάληψη ενός ήχου, μιας λέξης ή μιας φράσης που μόλις έχει ακουστεί, και παλιλαλία -επανάληψη της τελευταίας λέξης που το ίδιο το παιδί έχει πει). Μόνο περίπου το 12% των παιδιών που παρακολουθούνται από ειδικούς εμφανίζουν αποκλειστικά τικ. Τα περισσότερα παιδιά και έφηβοι είναι πιθανόν να εμφανίσουν επιπλέον:Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, κατά την οποία το παιδί εμφανίζει ιδεοληψίες (έμμονες ιδέες) και αισθάνεται την ανάγκη να κάνει κάτι επαναλαμβανόμενα (καταναγκασμούς), όπως να πλύνει πολλές φορές τα χέρια του ή να ελέγξει πολλές φορές αν η πόρτα είναι κλειδωμένη.

 

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας: στην οποία παρατηρείται δυσκολία συγκέντρωσης, αυξημένη κινητικότητα και παρορμητικότητα, Μαθησιακές Δυσκολίες, όπως Δυσλεξία, Δυσγραφία ή Δυσαριθμησία, Δυσκολία στον Έλεγχο των Παρορμήσεων, με τη μορφή επιθετικής συμπεριφοράς ή αντικοινωνικών πράξεων, Διαταραχές Ύπνου, όπως καθυστέρηση στην επέλευση του ύπνου, διακεκομμένος ύπνος, υπνοβασία και εφιάλτες, Αυτοκαταστροφική Συμπεριφορά, η οποία παρατηρείται σε ένα μικρό μόνο ποσοστό νεαρών ατόμων με το σύνδρομο.

Παθολογική κατάσταση που εκδηλώνεται στην περίοδο ανάπτυξης, δηλαδή την περίοδο που αρχίζει από τη σύλληψη και φτάνει ως το 16ο έτος της ηλικίας. Το παιδί με νοητική υστέρηση χαρακτηρίζεται από νοητική ικανότητα χαμηλότερη από το μέσο όρο των παιδιών της ίδιας χρονολογικής ηλικίας. Παράλληλα το παιδί αυτό διαθέτει μειωμένη ικανότητα προσαρμογής, η οποία αντικατοπτρίζεται συνήθως στην ωρίμανση κινητικών και αντιληπτικών ικανοτήτων, δεξιοτήτων αυτοεξυπηρέτησης, στην μάθηση και στην κοινωνική ένταξη. Οι δυσκολίες εκτείνονται σε όλο το φάσμα τις ανάπτυξης ενώ η δυσχέρεια αυτών βασίζεται στο βαθμό υστέρησης. Η διάγνωση γίνεται από ψυχολόγους, χρησιμοποιώντας σταθμισμένα ψυχομετρικά τεστ για την μέτρηση διαφόρων κλιμάκων της νοημοσύνης.

 

Οριακή Νοητική υστέρηση: Ο δείκτης νοημοσύνης βρίσκεται μεταξύ του 50-70. Μικρή καθυστέρηση στον τομέα της ψυχοκινητικής και γλωσσικής ανάπτυξης με δυσκολία στην κατανόηση αφηρημένων εννοιών και μειωμένη ικανότητα για λογική σκέψη.

 

Μέτρια νοητική υστέρηση: Ο δείκτης νοημοσύνης βρίσκεται μεταξύ του 35-49. Επαρκής ψυχοκινητική ανάπτυξη και έκφραση με αντίληψη σε μέτριο επίπεδο , περιορισμένη αφαιρετική ικανότητα, ασταθή προσοχή, περιορισμένο λεξιλόγιο, δυσκολίες στην κατανόηση γραπτού λόγου, την ανάγνωση, τη γραφή και την αριθμητική.

 

Βαριά νοητική υστέρηση: Δείκτης νοημοσύνης μεταξύ του 20-34. Περιορισμένη ψυχοκινητική ανάπτυξη με ελάχιστη γλωσσική ικανότητα, περιορισμένη ομιλία και ελάχιστη δυνατότητα επικοινωνίας.

 

Βαρύτατη νοητική υστέρηση: Ο δείκτης νοημοσύνης είναι μικρότερος του ή ίσος του 20. Τα άτομα είναι πλήρως εξαρτημένα από το οικογενειακό τους περιβάλλον εφ’ όρου ζωής .Υπάρχει ολική καθυστέρηση σε αντιληπτικές, κινητικές και κοινωνικές ικανότητες, διαταραχές λεπτής και αδρής κινητικότητας, διαταραχές στις γνωστικές λειτουργίες, γλωσσική ικανότητα ιδιαίτερα περιορισμένη, μηδαμινή επικοινωνία με το περιβάλλον, μειωμένη κριτική ικανότητα, μνήμη, προσοχή, διαύγεια και φαντασία.

Νοητική υστέρηση
Βαρηκοΐα - Κώφωση

Το επακόλουθο της βαρηκοΐας στην παιδική ηλικία είναι πάντα μία διαταραχή της γλωσσικής εξέλιξης. Η διαταραχή αυτή είναι ανάλογη προς τον βαθμό της βαρηκοΐας. Συνηθισμένες αιτίες της βαρηκοΐας, της ελάττωσης δηλαδή της οξύτητας της ακοής, είναι οι ωτίτιδες της παιδικής ηλικίας (φλεγμονές του μέσου αυτιού), η ωτοσκλήρυνση κ.α. καθώς επίσης και παθήσεις του εσωτερικού αυτιού ύστερα από μηνιγγίτιδα και άλλες σοβαρές παιδικές παθήσεις. Από την ομιλία των βαρήκοων παιδιών λείπει η προσωδία και ο επιτονισμός που παρατηρείται στην ομιλία ατόμων με φυσιολογική ακοή. Από τα φωνήματα προφέρονται παραμορφωμένα τα σύμφωνα. Πολλά από αυτά σχηματίζονται εσφαλμένα ή δεν προφέρονται καθόλου. Με την λογοθεραπεία δεν επηρεάζεται η ακουστική οξύτητα, αλλά ανεβαίνει η γλωσσική κατανόηση και αποκαθίστανται οι διαταραχές της ομιλίας.

 

 

 

 

 

 

Δυσκολίες σε έναν ή περισσότερους τομείς της γλώσσας όπως στην μορφολογία, την σημασιολογία, την φωνολογία ή την δομή/σύνταξη του λόγου που αφορούν είτε στην παραγωγή είτε στην κατανόηση. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι μικτού τύπου ενώ τις περισσότερες φορές η αντίληψη του λόγου είναι λιγότερο επηρεασμένη από την παραγωγή. Η διαταραχή είναι μη εξαρτημένη από γνωστούς αιτιολογικούς παράγοντες, όπως είναι η νοητική υστέρηση, νευροαισθητηριακά ελλείμματα ή περιβαλλοντικά αίτια. Η διαταραχή χαρακτηρίζεται από ετερογένεια και πολύ συχνά τα παιδιά αυτά δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο αν αποτύχουν στις σχολικές επιδόσεις. Συγκεκριμένα, εντοπίζονται δυσκολίες στην μορφολογία και στην χρήση αντωνυμιών, στην παραγωγή κλιτικών τύπων σε θέση αντικειμένου, στην χρήση της αιτιατικής και γενικής κλίσης ενώ περιγράφονται και δυσκολίες στην φωνολογική βραχύχρονη μνήμη, στην ταχεία κατονομασία λέξεων, το λεξιλόγιο και στις δραστηριότητες κατανόησης γραπτού και προφορικού λόγου. Ως ενήλικοι τα παιδιά με ΑΓΔ συχνά έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και επιλέγουν επαγγέλματα με χαμηλές γλωσσικές προσδοκίες.

 

Αναπτυξιακή Γλωσσική Διαταραχή